* Του Ακη Θεοφανίδη
Οι πρώτες μέρες της κυβέρνησης Τσίπρα δεν θα ήταν εύκολες και αυτό το ήξεραν στην Κουμουνδούρου δεδομένου του χρονοδιαγράμματος και των συμφωνιών που είχε υπογράψει η Ελλάδα.
Αυτό που ίσως να μην ήξεραν είναι ότι ο κλοιός θα σφίξει τόσο γρήγορα και τόσο σφιχτά, όπως όταν δίνεις μία στην καρέκλα και η αγχόνη οδηγεί άμεσα στο θάνατο το θύμα. Αυτός ο παραλληλισμός έχει μια ιδιαίτερη σημασία για όσα διαμείβονται μεταξύ Ελλάδας και εταίρων.
Η πραγματικότητα και η λογική λένε δολοφόνο αυτόν που τραβάει την καρέκλα από κάτω. Κατά αυστηρά επιστημονική κρίση, όμως, ο θάνατος οφείλεται στο βάρος του ανθρώπου που έχει τη θηλιά στο λαιμό! Γιʼ αυτό, αν δεις έναν κρεμασμένο, δεν ξέρεις αν αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε.
Επειδή, δυστυχώς, δημιουργείται στην Ελλάδα ένα είδος χωρισμού των πολιτών ανάμεσα στους αναφανδόν υποστηρικτές της κυβέρνησης και σε όσους τη διαβάλουν για ακροβασίες, κωλοτούμπες και άλλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε (σαν έθνος) από την αρχή ότι είμαστε όλοι μαζί με την οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση. Και με τον Τσίπρα και με τον Σαμαρά και με την Αλέκα Παπαρήγα. Γιατί αυτούς όρισε η πλειοψηφία να πάνε να προασπίσουν τα συμφέροντα της χώρας.
«Μα πώς να είσαι με τον Σαμαρά που υπέγραφε τα Μνημόνια; Δεν βλέπεις τον Αλέξη που το παλεύει πραγματικά;» θα ρωτήσει κάποιος και θα πει πως για πρώτη φορά συγκεντρώνεται κόσμος στις πλατείες για να υποστηρίξει και όχι για να βρίσει την κυβέρνηση!
Η απάντηση είναι απλή: Ο κόσμος δεν βγήκε στο δρόμο για να φωνάξει υπέρ του Σαμαρά, γιατί ο Τσίπρας έχει υποσχεθεί πολλά, γιατί πήγε με τσαμπουκά προς τους εταίρους να ζητήσει καλύτερους όρους για την Ελλάδα που πράγματι τους αξίζουμε. Και αυτό το γουστάρουμε ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ όλοι.
Όμως από εκεί και πέρα, υπάρχει ο ρεαλισμός και η λογική. Σε αυτήν βασίζονται τα αποτελέσματα που μπορεί να παράγει μία κυβέρνηση, τα οποία είναι τα εξής: Α) Να γίνουν δεκτές οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης Β) Να περάσουν οι θέσεις του ευρωιερατείου Γ) Να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις με κερδισμένο το ένα ή το άλλο μέρος Δ) Να οδηγηθεί η χώρα στη χρεωκοπία.
Το να πούμε πού θα κάτσει η μπίλια είναι μια δύσκολη μαντεψιά, αλλά δεν σχετίζεται με το ποιος έχει δίκιο!! Είναι λυπηρό, αλλά είναι και πραγματικότητα, ότι στις διεθνείς σχέσεις επικρατεί το «δίκαιο του ισχυρού». Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε οι ισχυροί, επομένως δεν έχουμε το πάνω χέρι, εκτός αν γίνει κάποιο θαύμα και βγάλει λαγούς από το χέρι που έχει στην τσέπη ο Βαρουφάκης.
Μπροστά σε αυτά τα αδιαμφισβήτητα, κατά τη γνώμη μου, δεδομένα, η πρώτη λύση απορρίπτεται. Αν το δούμε λίγο αλλιώς, η εμμονή στο να πραγματοποιηθεί το πρώτο σενάριο, θα οδηγήσει στο τέταρτο. Αυτή η αλληλουχία, πολύ φοβάμαι ότι έχει δημιουργήσει και κάποιες …πίσω σκέψεις στον ΣΥΡΙΖΑ.
Με το λαό να είναι συναισθηματικά μαζί του, ο Τσίπρας, αν πετύχει, θα μπορεί να πανηγυρίζει, αλλά και αν υλοποιηθεί το «ατύχημα», θα μπορεί να υποστηρίξει ότι έπεσε θύμα των δογματικών Ευρωπαίων που αρνούνται πεισματικά την ανάπτυξη, επομένως «ηρωικά Ελληνες γυρνάμε στη δραχμή». Για τους κήρυκες της δραχμής, αυτό δεν είναι κακό σενάριο. Μένει βέβαια να πειστεί ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού πως η φυγή στο εθνικό νόμισμα όχι μόνο ήταν επιβεβλημένη απόφαση εθνικής περηφάνιας, αλλά και μικρότερο δεινό απʼ όσο φανταζόμαστε. Αληθινά δύσκολο να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, αλλά όχι ακατόρθωτο από τη στιγμή που πολλοί Ελληνες δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν.
Προς αυτή την υπόθεση οδηγεί και η πρόσφατη δήλωση του Πρωθυπουργού ότι διαθέτει νωπή λαϊκή εντολή να αλλάξει την κατάσταση στη χώρα. Πράγματι έτσι είναι, αλλά με την Ελλάδα εντός ή εκτός του ευρώ; Οι επαμφοτερίζουσες θέσεις μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά, αλλά και η νεφελώδης γραμμή του κόμματος δεν αφήνουν περιθώρια για σαφή συμπεράσματα, άσχετα αν διακηρύττει τον φιλοευρωπαϊκό του προσανατολισμό ως κυβέρνηση. Επομένως, η «νωπή λαϊκή εντολή» είναι μια έννοια ανοιχτή στην ερμηνεία της, την οποία κάλλιστα μπορεί να μεταφράσει κατά το δοκούν η παρούσα κυβέρνηση.
Επιστρέφοντας στα δύο
Το κομβικό, λοιπόν, σημείο στην πραγματικότητα είναι το χρέος. Η μια πλευρά λέει να κουρευτεί και η άλλη λέει ότι θα το αναχρηματοδοτήσει βάζοντας όρους για περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή. Φαίνεται πως οι δανειστές μας κέρδισαν σε αυτό το σημείο. Το κούρεμα έγινε ομόλογο άληκτης διάρκειας από τον Βαρουφάκη (κούρεμα είναι κι αυτό με άλλη έννοια), αλλά σιγά-σιγά εγκαταλείπεται –τουλάχιστον στην τωρινή διαπραγμάτευση- ως αίτημα, γιατί δεν βρίσκει υποστηρικτές.
Ολοι θα θέλαμε να μας σβήσουν από το τεφτέρι τις υποχρεώσεις μας. Όμως, εκτός από το θυμικό, και η λογική – όπως την αποσαφηνίζουν οι οικονομολόγοι- επιβάλλει ένα ακόμη (μετά το PSI) κούρεμα του ελληνικού χρέους. Η Γερμανία κάνει πως δεν ακούει, γιατί πιστεύει ότι οι Ελληνες δεν βάζουν μυαλό με τις εύκολες λύσεις, γιατί θέλει τον έλεγχο σε εμάς μέσα από τα μακροχρόνια δεσμά του δανεισμού και φυσικά γιατί σήμερα φοβάται πως αν κάνει τα χατίρια της Ελλάδας, ένας Θεός ξέρει πόσα δις θα πρέπει να χαρίσουν σε όσους έπονται της χώρας μας και μάλιστα όταν φαίνεται πως μιλάμε για Podemosστην Ισπανία.
Οσο κι αν ο στόχος δεν είναι να ξεχρεώσουμε παντελώς (όλα τα κράτη χρωστάνε υπέρογκα ποσά), η μείωση του χρέους θα επανέλθει κάποια στιγμή στο τραπέζι, εκτός αν συνεχιστεί το λίγο-λίγο κούρεμα επιτοκίων και η επιμήκυνση των ομολόγων συνοδεία διαρθρωτικών μέτρων, δηλαδή περάσει εις το διηνεκές η σκληρή γραμμή των Βορειοευρωπαίων.
Αφού, λοιπόν, βγαίνει σχεδόν από το τραπέζι το κούρεμα του δημοσίου χρέους και παραμένει μόνο η μικρή ελάφρυνσή του, σε τι καλούνται να συμφωνήσουν οι δύο πλευρές; Μα φυσικά στα μέτρα και τις αλλαγές που θα κάνει η κυβέρνηση στη χώρα. Αυτό είναι πια το σημείο-κλειδί στη διαπραγμάτευση.
Η ελληνική κυβέρνηση ζητά χρόνο και μία συμφωνία – γέφυρα μέχρι το «εφιαλτικό» καλοκαίρι, οπότε και λήγουν κάποια βαριά ομόλογα που πρέπει να αποπληρωθούν από εμάς. Προς το παρόν, αυτή η πρόταση απορρίπτεται από τους εταίρους, οι οποίοι περιμένουν συγκεκριμένο πλάνο από το ΣΥΡΙΖΑ για το πώς θα πορευτεί η χώρα.
Φυσικά, δεν μπορεί η παρούσα κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική Σαμαρά. Ακόμη κι αν πίστευε ότι αποτελεί το μόνο δρόμο για να έλθει σε συμφωνία με τους εταίρους, δεσμεύεται από τις προεκλογικές της υποσχέσεις, οι οποίες είναι κρίσιμο να δούμε πώς θα διευκρινιστούν την Κυριακή στις προγραμματικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού. Μία …λείανση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης είναι αναμενόμενη για να μπορέσει να φτιάξει κάπως το κλίμα μέχρι το κρίσιμο και μονοθεματικό (=αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα) Eurogroup της Τετάρτης.
Οσον αφορά, πάντως, στις γενικές γραμμές της εσωτερικής πολιτικής Τσίπρα, είναι δεδομένο πως η Αριστερή Κυβέρνηση φέρνει μια άλλη πρόταση για την Ελλάδα, εντελώς διαφορετική από αυτή που ακολουθούσαμε. Για να μην αναλωθούμε σε λεπτομέρειες, από τα κομβικά σημεία είναι η φοροδιαφυγή και οι επενδύσεις.
Στις επενδύσεις τώρα, που συνδέονται άμεσα και με το άλλο χρόνιο πρόβλημα της γραφειοκρατίας, έχουν γίνει κάποια βήματα από την κυβέρνηση. Δήλωσε ότι δεν θα θίξει τις υφιστάμενες συμβάσεις και προσπαθεί – χωρίς όμως να έχει πείσει- να δημιουργήσει την εικόνα μιας φιλοεπενδυτικής χώρας.
Χωρίς να ξεχνάμε και τα υπόλοιπα σημεία του προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ που δημιουργούν «ανησυχία» στους εταίρους, πιστεύω πως οι δύο σκληρές γραμμές θα αρχίσουν να υποχωρούν σιγά-σιγά, ώστε να δοθεί παράταση -υπό όρους όμως- στην Ελλάδα. Ας κρατήσουμε μικρό καλάθι, γιατί πιστεύω ότι το καλύτερο σενάριο είναι η συνέχιση των δύσκολων ημερών για όλους με μικρή ανακούφιση των στρωμάτων που τσακίστηκαν από την κρίση.
Ακόμη και σε αυτή την Ευρώπη, όμως, θέλουμε να είμαστε μέσα. Πρώτον, γιατί μια στροφή σε άλλο σωτήρα (Ρωσία; Κίνα;), εκτός του ότι μοιάζει ανέφικτη, θα συνιστούσε απλά αλλαγή του νταβατζή μας. Δεύτερον, γιατί είναι προτιμότερο να βρίσκεσαι στο γρήγορο τρένο ακόμη και ως ρυμουλκό από πίσω, παρά να πηγαίνεις με τον ιδιόκτητο καρβουνιάρη. Τρίτον, γιατί το πρόβλημα του χρέους ωχριά μπροστά στο μέγιστο διακύβευμα της Ελλάδας που είναι να αποκτήσουμε επιτέλους ΕΝΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης –άσχετα αν στη συνέχεια το πήρε πίσω- πράγματι πιστεύω ότι ενστερνίζεται σε κάποιο ποσοστό τις προβλέψεις του Μνημονίου. Ο κάθε λογικός Ελληνας υιοθετεί προτάσεις που συντείνουν στο να παύσει το ξεχαρβάλωμα του ελληνικού κράτους. Απλά αυτές συνδυάστηκαν και με γκρέμισμα των ελληνικών νοικοκυριών, έγκλημα που βαρύνει την Τρόικα και τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις.
Επομένως, η λύση του ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ μοιάζει αναπόφευκτη, αφού άλλωστε η κυβέρνηση έχει μέλλον μπροστά της και -αν τα πάει καλά- να καταφύγει εκ νέου σε συνομιλίες με τους δανειστές για περαιτέρω βελτίωση των όρων, ενδεχομένως και σε καλύτερο διεθνές περιβάλλον, που θα της επιτρέψει να αμφισβητήσει με μεγαλύτερη επιτυχία το τυφλό δόγμα λιτότητας των Γερμανών.
Η σύγκρουση μέχρι τέλους θα έχει σαν αποτέλεσμα να μας τραβήξουν την καρέκλα και να γυρίσουν οι δολοφόνοι να πουν πως δεν φέρουν καμία ευθύνη, γιατί το βάρος της κοκκαλιασμένης Ελλάδας οδήγησε στον πνιγμό της…